Παραδοσιακό / Λαϊκό

Παραδοσιακό / Λαϊκό

Παραδοσιακό/ Λαϊκό

Μπουζούκι

Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.

Διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές, και σε ορισμένες περιπτώσεις μονές, χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος). Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο Άκη Πάνου, μπουζούκι είναι μόνο το τρίχορδο ενώ το άλλο, το τετράχορδο, το ονόμαζε ο ίδιος τετράφωνο (ή κιθαρομπούζουκο).

Στο μπουζούκι  το μάθημα είναι ιδιαίτερο 40 λεπτά την εβδομάδα ή δύο εικοσάλεπτα ή κατά επιλογή του μαθητή μία ώρα ή δύο 30 λεπτά την εβδομάδα.ανάλογα με την ηλικία του μαθητή και μια ώρα την εβδομάδα επιπλέον τα θεωρητικά μαθήματα.

Μπαγλαμάς

Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι, (εκ του τουρκικού bağlama), είναι νυκτό μουσικό όργανο, όπως κι ο ταμπουράς, μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας και μικρογραφία του μπουζουκιού, που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές. 

Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι.Ο λόγος που ο μπαγλαμάς έχει μικρότερες διαστάσεις είναι ότι έτσι θα μπορούσαν οι παίχτες να τον κρύψουν εύκολα αφού απαγορευόταν επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα επι δικτατορίας.

Τζουράς

Ο τζουράς είναι νυκτό μουσικό όργανο, οκτάχορδο ή εξάχορδο. Θεωρείται μικρογραφία του μπουζουκιού, καθώς έχει μανίκι και κεφαλάρι όμοιο, αλλά μικρότερο σκάφος, περίπου διπλάσιο από τον μπαγλαμά. Κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά και με παρόμοιες τεχνικές με το μπουζούκι και ανήκει και αυτό το ίδιο, στα έγχορδα λαϊκά όργανα της οικογένειας των λαούτων, εξέλιξη του ταμπουρά, που θεωρείται απόγονος της αρχαιοελληνικής πανδούρας ή πανδουρίδας ή πανδούριο.

Ο ήχος του θυμίζει μπουζούκι αλλά έχει τη δική του ιδιαίτερη χροιά, γι’ αυτό ο τζουράς έχει κατακτήσει την θέση που έχει σήμερα στην ελληνική λαϊκή ορχήστρα.

Στον Τζουρά το μάθημα είναι ιδιαίτερο 40 λεπτά την εβδομάδα ή δύο εικοσάλεπτα ή κατά επιλογή του μαθητή μία ώρα ή δύο 30 λεπτά την εβδομάδα.ανάλογα με την ηλικία του μαθητή και μια ώρα την εβδομάδα επιπλέον τα θεωρητικά μαθήματα

Ακορντεόν

Το ακορντεόν είναι ένα όργανο με πολύ ιδιαίτερο ήχο και μεγάλη γκάμα ρεπερτορίου. Αντλεί την καταγωγή του από ένα όργανο ονόματι τσενγκ κατασκευασμένο το 3000 π.Χ στην Κίνα, παραγγελία του θρυλικού Κίτρινου Αυτοκράτορα. Επιθυμία του ήταν να δημιουργηθεί ένα μουσικό όργανο που να θυμίζει τον ήχο του πουλιού φοίνικας.

Το ακορντεόν έχει μεγάλες δυνατότητες. Ο μαθητής μπορεί να ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη της μουσικής. Από κλασσική μέχρι παραδοσιακή, ροκ, τζαζ, εθνικ, έντεχνη και λαϊκή. Η ιδιαιτερότητα του ήχου του είναι που δίνει αυτή τη μεγάλη γκάμα.

Το Ευβοϊκό ωδείο έχει παράδοση στο ακορντεόν. Οι καθηγήτριές μας διαθέτουν μεγάλη γνώση και εμπειρία στην διδασκαλία του.
Τα μαθήματα είναι ιδιαίτερα 40λεπτα.

Οι μαθητές του ακορντεόν στις εκδηλώσεις του ωδείου μας συμμετέχουν και σολιστικά αλλά και συνεργαζόμενοι με μαθητές άλλων οργάνων και έτσι εξοικειώνονται με την έννοια της συμμετοχής σε μια μουσική ομάδα.

Παραδοσιακό βιολί

Το βιολί είναι το πιο μικρό σε μέγεθος μέλος της οικογένειας των εγχόρδων με δοξάρι. Πρωτοεμφανίστηκε στην Ινδία με το όνομα «ρεμπέκ», πέρασε στην Περσία και από εκεί στην Αραβία. Μεταφέρθηκε στην Ισπανία και από εκεί σ την υπόλοιπη Ευρώπη. Το συναντάμε στην Ιταλία την αναγέννηση με το όνομα «βιόλα ντα μπράτσο» και από τον 17ο αιώνα και μετά καθιερώνεται σαν το βασικό όργανο της μουσικής δωματίου. 

Τον 18ο αιώνα παίρνει το τελικό του σχήμα στα χέρια περίφημων Ιταλών κατασκευαστών Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάρι. Σήμερα τα καλά βιολιά κατασκευάζονται από 70 τουλάχιστον διαφορετικά κομμάτια ξύλου, ώστε το όργανο να έχει ωραίο ήχο. Αποτελείται από τεσσερις χορδές που κουρδίζονται στις νότες Sol-Re. La-Mi.

Παραδοσιακό κλαρίνο

Ίσως το πιο γνωστό παραδοσιακό όργανο το οποίο έρχεται στο μυαλό κάποιου λέγοντάς του παραδοσιακή μουσική. Το κλαρίνο είναι ένα όργανο που συναντάμε σε όλα τα μέρη της Ελλάδας σχεδόν. Ένα ξύλινο όργανο, η ιστορία του οποίου δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Το κλαρίνο είναι ένα όργανο σχετικά καινούριο σε σχέση με άλλα, αφού η σημερινή του μορφή τελειοποιήθηκε τον 19ο αιώνα. 

Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, εμφανίστηκε στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. είτε μέσω των τουρκικών στρατιωτικών μουσικών συγκροτημάτων, είτε και μέσω της βαυαρικής μπάντας του Όθωνα. Χάρη στις μεγάλες τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες , το κλαρίνο παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο, και στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με το κλαρίνο, η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής.